άσωτος

(I)
-η, -ο (AM ἄσωτος, -ον) (Ι) [σώζω]
σπάταλος, έκλυτος, διεφθαρμένος
αρχ.-μσν.
1. αυτός που δεν έχει ελπίδα σωτηρίας, που βρίσκεται σε απόγνωση
2. ενεργ. αυτός που φέρνει την καταστροφή, που αποτελεί κατάρα για κάποιον
3. φρ. «ἀσώτως ἔχω» — κινδυνεύει η ζωή μου.
————————
(II)
-η, -ο
άσωστος*.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • άσωτος — η, ο беспутный, блудный; ΦΡ. άσωτος υιός ο блудный сын (Лк.15, 11 32) Этим. дргр. первоначальное значение «погибший, пропащий, сын погибели» < α (отриц. приставка) + σωτος < σώζω «спасать». Значение «распутный, развращенный» является более …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἄσωτος — having no hope of safety masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσωτος — η, ο επίρρ. α σπάταλος, ακόλαστος, διεφθαρμένος: Άσωτος ο γιος, σπατάλησε σύντομα ό,τι του άφησαν οι γονείς του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσωτότερον — ἄσωτος having no hope of safety adverbial comp ἄσωτος having no hope of safety masc acc comp sg ἄσωτος having no hope of safety neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσωτότατα — ἄσωτος having no hope of safety adverbial superl ἄσωτος having no hope of safety neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσώτως — ἄσωτος having no hope of safety adverbial ἄσωτος having no hope of safety masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσωτον — ἄσωτος having no hope of safety masc/fem acc sg ἄσωτος having no hope of safety neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσωτότατος — ἄσωτος having no hope of safety masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσώτοις — ἄσωτος having no hope of safety masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσώτου — ἄσωτος having no hope of safety masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.